χαιρεκακώ

χαιρεκακώ
(ε) αμετ. злорадствовать

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Смотреть что такое "χαιρεκακώ" в других словарях:

  • χαιρεκακώ — έω, ΜΑ [χαιρέκακος] είμαι χαιρέκακος, χαίρομαι για τα παθήματα ή για τη δυστυχία τών άλλων …   Dictionary of Greek

  • χαιρεκακώ — χαίρομαι για τις συμφορές των άλλων …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • εφήδομαι — ἐφήδομαι (Α) 1. επιχαίρω, χαίρομαι για κάτι κακό, χαιρεκακώ («ἐν μὲν ταῑς συμφοραῑς πλείστους ἔχει τοὺς ἐφηδομένους», Δίων Χρυσ.) 2. χαίρομαι, ευχαριστιέμαι («οὐκ ἐπιτήδειος ὁ καιρὸς ἐφησθῆναι», Δημοσθ.) 3. (σπαν. και με καλή σημασία) αισθάνομαι… …   Dictionary of Greek

  • εφυβρίζω — ἐφυβρίζω (ΑΜ) φέρομαι υβριστικά, αλαζονικά προς κάποιον («ἐφυβρίζων εἵλετο», Ομ. Ιλ.) αρχ. 1. μέσ. ἐφυβρίζομαι με την ίδια σημασία («κἀκεῑνο κέκριται, μὴ φυβρίζεσθαι νεκρούς», Ευρ.) 2. χαίρω με τις ατυχίες τού άλλου, χαιρεκακώ, επιχαίρω. [ΕΤΥΜΟΛ …   Dictionary of Greek

  • καταχαίρω — (AM καταχαίρω) νεοελλ. (η μτχ. παθ. ενεστ. ως επίθ.) καταχαρούμενος, η, ο α) αυτός που διακατέχεται από μεγάλη χαρά, ο περιχαρής β) (για τόπους, οικοδομές κ.λπ.) αυτός που προκαλεί ευχαρίστηση, χαρά, που έχει χαρούμενη όψη νεοελλ. μσν. μέσ.… …   Dictionary of Greek

  • καταχορεύω — (Α) 1. χορεύω θριαμβευτικά πάνω από κάποιον 2. μτφ. δείχνω τη χαρά μου εναντίον κάποιου χορεύοντας, χαιρεκακώ («καταχορεύων των ῥωμαϊκῶν συμφορῶν», λεξ. Σούδα) …   Dictionary of Greek

  • συγκαταχορεύω — Α υβρίζω, εμπαίζω συγχρόνως με άλλον. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν * + καταχορεύω «δείχνω τη χαρά μου εναντίον κάποιου χορεύοντας, χαιρεκακώ»] …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»